Κριτικές

Κριτικές για το βιβλίο Σε σωστή ώρα νυχτώνει

 

Κριτική της φιλολόγου Μαίρης Σιδηρά

Με τη ζέστη ακόμη των τυπογραφικών μηχανών, το τρίτο μυθιστόρημα της Σοφίας Δημοπούλου, φέρον τον ποιητικό τίτλο Σε σωστή ώρα νυχτώνει, συνάντησε το δημόσιο φως, μέσω των εκδόσεων Μεταίχμιο, τον Ιούνιο του 2014.

Το μυθιστόρημα της Σοφίας Δημοπούλου αποδεικνύεται λαμπρό πεδίο εφαρμογής των βασικών αρχών της μπαχτινικής «περί μυθιστορήματος» θεωρίας, καθώς εμφανίζει καθαρόαιμες την ειδολογική συνύπαρξη, τη διαλογικότητα, την εκρηκτική πολυφωνία, ομοιάζοντας με μία σπάταλη πύκνωση του φαινομένου της ζωής. Όσον αφορά στην ειδολογική του συγκρότηση, στο σώμα του εγκατοικούν η ποίηση, η δημοσιογραφική είδηση, η κοινωνικοπολιτική εξιστόρηση, η πρόζα, το λυρικό στιγμιότυπο, το δημώδες άσμα, η μικροϊστορία -μέσα από την αναδίπλωσή της στην ατομική περίπτωση, η κειμενική ανάλυση χαρτογραφίας, η επιστολή, κ.ά.

Το εύρημα της επιστολής θα φωταγωγήσει την απουσία του μετανάστη στην Αμερική Γιάννη, μοναχογιού μίας εκ των δύο ηρωίδων, της Αμυγδάλως, και θα καταστεί γενεσιουργός αιτία του ευσύνοπτου β΄ μέρους, του επονομαζόμενου «Αθήνα – Βιέννη 2012», στο οποίο η αφηγήτρια σπα τη σύμβαση του ετεροδιηγητικού παντογνώστη «κατασκόπου» των ηρώων του, αποκτώντας ενεργό ρόλο σε μία προέκταση της ιστορίας, ενταγμένης, ωστόσο, στον μυθιστορηματικό κορμό. Θα ακολουθήσει το «Σημείωμα της συγγραφέα», στο πλαίσιο του οποίου μάσκες, περσόνες και προσωπεία υποχωρούν, καθώς η συγγραφέας εμφανίζει ως γόνιμο υπεδαφος στο έργο της τις επιστολές που όντως παρέλαβε και υπερθεματίζει για  την ανάγκη της λογοτεχνικής ανάπλασης του πρωτογενούς υλικού.

Η διαλογικότητα, η έτερη μπαχτινική αρχή, εφαρμόζεται επίμονα, συνθέτοντας ευφυώς τα μέρη της διήγησης. Έτσι, η ιστορία δύο αδελφών, της Αφρούλας και της Αμυγδάλως, εκτυλίσσεται εξαρχής σε δύο αφηγηματικές τροχιές, οι οποίες συγκλίνουν προς το τέλος μιας εξαντλητικής για τους ήρωες και ευφρόσυνης για τους αναγνώστες παραλληλίας. Οι ήρωες που ταξιδεύουν σε κάθε τροχιά κάποιες λίγες στιγμές κοιτάζονται, προαισθάνονται ή λαμβάνουν μηνύματα σχετικά με την ύπαρξη της άλλης τροχιάς, ποτέ όμως κάτι από αυτά δεν προσημαίνει ακαλαίσθητα ή δε μεταχειρίζεται υστερικά μια ειρωνεία τραγικής καταγωγής.

Το μυθιστόρημα τέμνει η κάθετος δύο ευρύτερων ενοτήτων: «Αχαΐα, 1889 – 1918» και «Αθήνα – Βιέννη, 2012». Η τελευταία, εμφανώς ολιγοσέλιδη, επωμίζεται χρέη μίας τελικής σύνθεσης, που αποσύρει την έως τώρα αφηγηματική σύμβαση, δηλαδή τον τριτοπρόσωπο και εντελώς αδιόρατο αφηγητή του Α΄ μέρους, και τον αντικαθιστά, όπως προείπαμε, με πρωτοπρόσωπη ομοδιηγητική λογοτεχνική περσόνα, γένους θηλυκού, που ως προσωπείο της συγγραφέα θα αποκαλύψει τη συγγενική σχέση της με τους ήρωες του Α΄ μέρους και την ηθική οφειλή που τρέφει προς αυτούς. Το εύρημα του συγγραφικού χρέους, της αποκατάστασης, της ανασύστασης και  επαναλειτουργίας του μύθου, κλασικό στη σύλληψή του, ευφάνταστο, ωστόσο, στη νέα του μορφή, έρχεται για να δικαιώσει τους κεκοιμημένους ήρωες, εναποθέτοντάς τους δια παντός στο εικονοστάσι της λογοτεχνικής αχρονίας.

Χαρακτηριστικά της υφολογικής της μανιέρας και τα διεσπαρμένα μεταφορικά σχήματα που εμφωλεύουν στο έδαφος μίας πιο ξηρής, «ντοκουμενταρίστικης» ή συγγενής προς την Ιστορία αφήγησης, δυναμιτίζοντας τον ρόλο της από πληροφοριακό –ρόλος καθόλου υποδεέστερος και δικαιωμένος, ούτως ή άλλως, από τη θεωρία του μυθιστορήματος- σε συγκινησιακό. Αλλάζει τότε η Δημοπούλου τη θερμοκρασία των υλικών, μεταποιώντας τη φύση τους από λίθινη σε εύφλεκτη.

Η γλώσσα του μυθιστορήματος μαγνητίζει ορισμένα αλλογενή στοιχεία, που, όμως, διαδραματίζουν ρόλο θυμικού αναφλεκτήρα, θέτοντας εαυτόν στην υπηρεσία της νοσταλγίας και της αναμνηστικής λειτουργίας της λογοτεχνίας. Έτσι γίνεται αντιληπτή η ντοπιολαλιά της Αμυγδάλως και των λοιπών κατοίκων του χωριού, μια ελαφρά γλωσσική επιτήδευση από τους μεγαλοαστούς της Πάτρας ή η καθαρεύουσα των γραμμάτων που φθάνουν από την Αμερική. Ακόμη και στα λαογραφικά στοιχεία που διαπηδούν στο αφηγηματικό προσκήνιο, διακρίνουμε περισσότερο τη συνείδηση ενός διασώστη, την ειλικρίνεια και το πένθος μιας συγγραφέα για ό,τι πέρασε από τη γραμμή του δικού της αίματος, χωρίς η παρατήρησή μας να σημαίνει πως δεν εμφιλοχωρούν ομαλά στον αφηγηματικό κορμό.

Πίσω και μέσα από τα ατομικά πάθη, την εμφύτευση μιας ιστορίας στην περιοχή της τέχνης, από τη στυλιστική αναγνωρισιμότητα, τη δομική πρωτοτυπία, την ευαίσθητη διαχείριση αλλοτινών ανθρώπων, την πτήση στο κενό του θανάτου, στο ρίγος των ερώτων, στην αξιακή σχεδίαση μιας άλλης εποχής, πίσω από την αγωνία των μυθοπλαστικών προσώπων να είναι συνάμα υπαρκτά και πλασμένα, από την ανυπόφορη ανάγκη του λόγου να σηκώνει τα παραπετάσματα της αλήθειας, με ψυχαναλυτικές βουτιές, με ριγηλές μεταφορές, με αρχιτεκτονικά ευρήματα, η Ιστορία, με «Ι» κεφαλαίο και κεφαλαιώδες, γαζώνει με χοντρή κλωστή όλο το μυθιστορηματικό στερέωμα, γινόμενη συνάμα αναπόσπαστο μέλος του. Η Ελλάδα, η Πάτρα, ο Τρικούπης, οι απεργίες, τα πριμαρόλια, οι διαδηλώσεις, η πλατεία Γεωργίου, η πλατεία Ομονοίας, τα επώνυμα που αντιστέκονται ακόμη, η αδικοχαμένη Χρυσάνθη Καραμάνου,  τα Ροΐτικα, τα Καλαβρυτοχώρια, ο Άρμπουνας, τα χωριά του κάμπου, ο Αλισσός, τα Λουσικά, το Δημοτικό Νοσοκομείο, η Άνω Πόλη, το φαρμακείο Καλυβωκά, ο μόλος της Αγίου Νικολάου, η οργή των αγροτών, οι υποθηκεύσεις, η μετανάστευση, η Αυστροαμερικάνα, οι χοροί, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, οι εξοχικές Ιτιές, και πολύ συχνά μια «υγρασία που του τρυπούσε τα κόκαλα και μια βροχή που ψιλόπεφτε σαν ψέμα».

Το μυθιστόρημα επιδέχεται πολλαπλών αναγνώσεων και πολλών θεωρητικών εργαλείων, ανάλογα με τη δεσπόζουσα κάθε φορά αναγνωστική προσλαμβάνουσα. Μπορεί να εμπλουτίσει την «πατρινογνωσία» μας και να ξεδιψάσει απολαυστικά την αναγνωστική μας ανάγκη. Και ανάλογα με την αναγνωστική πρόσληψη, μπορεί εναλλακτικά να πρυτανεύσουν τα πάθη, η εποχή, η μεταφορική κλίμακα, τα μινόρε μιας ευαίσθητης αφηγηματικής φωνής, η ερευνητική συνέπεια απέναντι στην Ιστορία, τοπική και εθνική, η συνειδησιακή περιπέτεια των ηρώων. Σε κάθε περίπτωση, ένα ακόμη καλό βιβλίο «εγεννήθη εν ημίν», στη χώρα δηλαδή της γλώσσας μας και των τρόπων της.

 

 Κριτική στο debop.gr

Συνήθως οι παρουσιάσεις ξεκινάνε από την αρχή του βιβλίου. Λίγα λόγια για την ιστορία και τους ήρωες, μερικές αναφορές στην πλοκή. Σε αυτή την παρουσίαση ξεκινάω από το τέλος. Και συγκεκριμένα από το σημείωμα της συγγραφέως, το οποίο μετά από μία εξαιρετικά δυνατή και σκληρή ιστορία έρχεται να κλείσει με τον πιο ανθρώπινο και ζεστό τρόπο το βιβλίο: «…Αυτό είναι και το μεγαλείο της ζωής εξάλλου. Να προχωρά όχι ευθεία αλλά κυκλωτικά σαν σπείρα, ακολουθώντας το φως. Καθήκον μας είναι να προχωράμε στο φως πάντα. Κι όταν θα φτάσουμε καθένας στο τέλος της προσωπικής μας διαδρομής, να πούμε πως ήταν η σωστή ώρα για να δύσει ο ήλιος.»

Η Σοφία Δημοπούλου γράφει μια πραγματικά σκληρή ιστορία βασισμένη σε ένα κουτί γεμάτο γράμματα και έγγραφα του 1874 μέχρι περίπου και το 1920, που πήρε στα χέρια της. Μια ιστορία που παρότι φανταστική, σε μεταφέρει με κάθε ιστορική ακρίβεια στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα, στην Πάτρα. Η ιστορία αναπτύσσεται γύρω από δύο οικογένειες που χωρίς να το γνωρίζουν, έχουν τόσα κοινά να μοιραστούν αλλά και ένα ασήκωτο παρελθόν να τις χωρίζει.

Το βιβλίο μέσα από την ιστορία των δύο αυτών οικογενειών, σε ταξιδεύει πίσω στο χρόνο και στις τότε μεγαλουπόλεις αλλά και στα επαρχιακά χωριά, τα γεμάτα αρώματα, γεύσεις μα και μυστικά. Σε μεταφέρει στιγμιαία στην πόλη της Πάτρας μέσα από τις πυκνές περιγραφές, περπατάς για λίγο στα πλακόστρωτα σοκάκια και οι πόρτες των καπνοπωλείων ανοίγουν για να μυρίσεις τη νέα σοδειά του καπνού. Η πολιτική σκηνή της Ελλάδας ξετυλίγεται σε κάθε κεφάλαιο, οι μάχες που δόθηκαν από τους ανθρώπους για να αντισταθούν στις επαναλαμβανόμενες αδικίες αλλά και οι προσωπικοί αγώνες που δίνει ο καθένας ξεχωριστά για να ξεπεράσει τα πάθη του και τα λάθη του παρελθόντος, δίνονται με ένα τόσο οικείο τρόπο που κάνει το βιβλίο τη Σοφίας Δημοπούλου ένα ολόδικό σου κομμάτι.

Σε ταξιδεύει στα χρόνια που η καλλιέργεια σταφίδας άκμαζε και ήταν η πηγή πλούτου ολόκληρων περιοχών. Αλλά και λίγο αργότερα, τότε που η οικονομία της Ελλάδας κατέρρευσε και μαζί με αυτήν και χιλιάδες οικογένειες. Είναι τότε που οι γονείς χαιρετούσαν τα παιδιά τους βλέποντάς τα να φεύγουν στοιβαγμένα στα αφιλόξενα πλοία για να βρουν μια δουλειά στην Αμερική. Είναι τότε που τα παιδιά δεν είχαν τι όνειρα να κάνουν στην χώρα που γεννήθηκαν και προσπαθούσαν να τα χτίσουν όλα από την αρχή, κάπου αλλού.

Είναι η ίδια ιστορία με την πραγματικότητα που ζούμε σήμερα. Οι ίδιοι καημοί, τα ίδια βάσανα που ακόμη και σήμερα συντροφεύουν όλους αυτούς τους ανθρώπους μέσα στα πλοία και τα αεροπλάνα, από όπου και αν έρχονται, όπου και αν πηγαίνουν.